Boutique οινοποιεία της Νάουσας

Για όλους εμάς που "ενηλικιωθήκαμε" οινικά στα τέλη της δεκαετίες του '80, αρχές της δεκαετίας του '90 το κρασί αναφοράς ήταν κατά πάσα πιθανότητα μία Π.Ο.Π. Νάουσα. Πέρα από το καθαρά συναισθηματικό τομέα η περιοχή της Νάουσας είναι από τις πλέον δυναμικές στην Ελλάδα (μετά την Σαντορίνη). Ιστορικά, η πρώτη αναφορά στον αμπελώνα της Νάουσας (που τότε είχε το όνομα Αγούστα, από το Ρωμαϊκό οικισμό της Νέας Αυγούστας) γίνεται σε αρχεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το 1528. Όλο το χρονικό διάστημα από το 1528 μέχρι και τις αρχές το 20ου αιώνα υπάρχουν συνεχείς αναφορές στους οίνους της Νάουσας. Στις αρχές του 20ου αιώνα όμως η φυλλοξήρα,  αλλά και οι συνεχόμενοι πόλεµοι που κράτησαν έως τα μέσα του 20ου αιώνα, οδήγησαν στην παρακμή του αμπελώνα της Νάουσας, ο οποίος ανασυστάθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 70 χάρη στην πρωτοβουλία της εταιρείας Μπουτάρη.


Η θρυλική ετικέτα της Νάουσας Μπουτάρη
H αμπελουργική ζώνη των οίνων Π.Ο.Π. Νάουσα (P.D.O. Naoussa) θεσμοθετήθηκε το 1971. Σύμφωνα με την τελευταία αναθεώρηση του 2011 (ΦΕΚ 224Α/26-10-2011) στην ζώνη αυτή αυτή ανήκουν οι περιοχές της Νάουσας, του Γιαννακοχωρίου, της Στενημάχου, του Ροδοχωρίου, του Κοπανού, των Λευκαδίων, της Μαρίνας, του Τριλόφου και της Φυτειάς. Δυστυχώς η απουσία το 1971 δεδοµένων σχετικών µε το έδαφος και το µικροκλίµα της κάθε περιοχής οδήγησε στον καθορισµό της ζώνης Ο.Π.Α.Π. (σήμερα Π.Ο.Π.), µε βάση τα όρια των τότε κοινοτήτων. Ο αµπελώνας της Νάουσας σήµερα καταλαµβάνει µία έκταση 7000 περίπου στρεµµάτων, η οποία όμως μειώνεται χρόνο με το χρόνο. Η πλειονότητα των αμπελώνων είναι γραμμικοί, με εξαίρεση ελάχιστους αμπελώνες διαμορφωμένους σε ελεύθερο κύπελλο. 

Η ετικέτα εξαγωγών για τα κρασιά της Νάουσας στις αρχές του 20ου αιώνα.
Όπως σε όλες τις ΠΟΠ περιοχές οι προδιαγραφές της παραγωγής οίνου ΠΟΠ Νάουσας καθορίζονται από νομοθετική διάταξη (ΦΕΚ 3013Β 30-12-2011). Ένας ΠΟΠ οίνος Νάουσας είναι ερυθρός (ξηρός, ημίξηρος ή ημίγλυκος) προερχόμενος 100% από την ποικιλία Ξινόμαυρο. Παρόλα αυτά μέσα στη ζώνη ΠΟΠ καλλιεργούνται και άλλες ποικιλίες, όπως οι ξενικής προέλευσης ερυθρές Merlot, Syrah, Cinsault (την οποία οι ντόπιοι καλούν Τσεντό) και Cabernet Sauvignon, και λευκές Sauvignon Blanc, Chardonnay   και από γηγενείς ποικιλίες από ερυθρές η Νεγκόσκα και από λευκές το Πρεκνιάρικο (ή Πρεκνάδι), ο Ροδίτης, η Μαλαγουζιά, το Αθήρι, το Ασύρτικο και η Ελληνικής καταγωγής Malvasia Aromatica. Κάποια οινοποιεία παράγουν επίσης και λευκούς οίνους από ξινόμαυρο.

To logo του Συνδέσμου Οινοποιών & Αμπελουργών της Νάουσας.
Τα οινοποιεία της Νάουσας σήμερα είναι πάνω από 20 και τα περισσότερα από αυτά είναι ανοιχτά στους καταναλωτές, αν και δεν είναι όλα επισήμως επισκέψιμα. Τα περισσότερα οινοποιεία είναι boutique οινοποιεία με όλη τη σημασία της λέξεως. Τόσο ο όγκος της παραγωγής, όσο και η λειτουργία είναι απόλυτα ελεγχόμενα συνήθως από μία οικογένεια και στην πλειονότητα τους οι αμπελώνες είναι ιδιόκτητοι. Παρόλα αυτά δεν λείπουν από τη ζώνη τα μεγάλα οινοποιεία. Έχοντας επισκεφθεί στο παρελθόν αρκετά από τα οινοποιεία της περιοχής, θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τα boutique οινοποιεία που κέντρισαν περισσότερο το ενδιαφέρον μου. Προφανώς και δεν μπορούν να παρουσιαστούν όλα τα οινοποιεία της περιοχής μόνο σε ένα άρθρο, οπότε όπως καταλαβαίνεται το άρθρο αυτό θα έχει και συνέχειες. 

Αργατία

Το οινοποιείο της Αργατίας είναι από τα πιο πρόσφατα που εντάχθηκαν στην ζώνη και βρίσκεται στο Ροδοχώρι, σε υψόμετρο 540 μέτρων. Είναι ουσιαστικά μία οικογενειακή επιχείριση που έστησε το 2000 η Δρ. Χαρούλα Σπινθηροπούλου (αμπελουργός και οινολόγος με βαθιά γνώση της περιοχής της Νάουσας) και ο σύζυγός της Παναγιώτης Γεωργιάδης (έχει εργασθεί ως σύμβουλος και ως μελετητής σε πολλά έργα στην περιοχή). Τελευταία προστέθηκε στο δυναμικό του οινοποιείου και ο οινολόγος και υιός τους Χριστόφορος Γεωργιάδης. 
Το οινοποιείο της Αργατίας.
Οι βιολογικής καλλιέργειας αμπελώνες του κτήματος βρίσκονται εγκατεστημένοι σε δύο περιοχές, στην Κράσνα Ροδοχωρίου σε υψόμετρο 270 μ. (μια περιοχή με ήπιο ανάγλυφο, ομαλές κλίσεις και αμμοαργιλώδη ως αργιλοπηλώδη κυρίως εδάφη) και στην Λάκκα Γιαννακοχωρίου (υψόμετρο 260μ και περιλαμβάνει πιο ελαφρά εδάφη, κυρίως αμμώδη ως αμμοπηλώδη). Στην Κράσνα η εγκατάσταση των αμπελώνων ξεκίνησε το 2000 με τις ποικιλίες Ξινόμαυρο (κλώνος V6 και V3), Νεγκόσκα, Μοσχόμαυρο, Μαλαγουζιά, Ασύρτικο και Αθήρι, ενώ στη Λάκκα η εγκατάσταση των αμπελώνων ξεκίνησε το 2008 αποκλειστικά με Ξινόμαυρο. 
Οι ετικέτες που κυκλοφορούν στην αγορά είναι τρεις: η Λευκή Αργατία (blend των ποικιλιών Μαλαγουζιά, Ασύρτικο και Αθήρι), η Ερυθρή Αργατία (blend των ποικιλιών Ξινόμαυρο, Νεγκόσκα, Μοσχόμαυρο και άλλων) και η Νάουσα (παλαιότερη ονομασία Ξινόμαυρο). Η συνολική παραγωγή του κτήματος δεν ξεπερνά τις 15.000 φιάλες (εκ των οποίων οι 7.500 φιάλες είναι Νάουσα). 
Οι χιονισμένοι αμπελώνες του κτήματος.
Και οι τρεις ετικέτες παρουσιάσουν μεγάλο ενδιαφέρον, ειδικά όμως η Νάουσα, η οποία βραβεύεται τα τελευταία χρόνια με χρυσό μετάλλιο στο διαγωνισμό της Θεσσαλονίκης, παρουσιάζει ένα πολύ ενδιαφέρον χαρακτήρα. Η τρέχουσα χρονιά (2012) οινοποιητικά στέκει κάπου ανάμεσα στις παραδοσιακές "ρουστίκ" Νάουσες και τις μοντέρνες, με  τα τυπικά αρώματα (ντομάτα, ελιά) να προστίθενται σε ένα πιο μοντέρνο μπουκέτο  αρωμάτων (κεράσι, βύσσινο, μπαχάρια). Στο στόμα είναι ισορροπημένη, ενώ οι τανίνες κάνουν αισθητή την παρουσία τους χωρίς όμως να είναι ενοχλητικές. Τα αρώματα της μύτης περνάνε στο στόμα και το τελείωμα είναι ιδιαίτερα μακρύ και ευχάριστο. Έχοντας δοκιμάσει και τη χρονιά του 2013, η οποία δεν είχε ακόμη εμφιαλωθεί την ώρα που γραφόταν αυτό το άρθρο, μπορώ να πω ότι έχει περίπου τα ίδια χαρακτηριστικά με τη χρονιά του 2012, αλλά με περισσότερη ένταση (και λίγες περισσότερες τανίνες).
Οι τρεις ετικέτες του κτήματος.
Οι παλαιότερες χρονιές του κτήματος που έχω δοκιμάσει είναι λίγο πιο ρουστίκ αλλά παλαιώνουν πολύ ωραία, αναδεικνύοντας κάποια περισσότερα γήινα και ενίοτε ζωικά στοιχεία, κυρίως στη μύτη. Ειδικά οι χρονιές του 2008, 2009 και 2011 δείχνουν έναν εξαιρετικό χαρακτήρα. Για όσους ενδιαφέρονται ένας περιορισμένος αριθμός φιαλών από παλαιότερες χρονιές είναι διαθέσιμες από το οινοποιείο. 

Δαλαμάρας

Άλλο ένα καθαρά οικογενειακό οινοποιείο στην είσοδο της Νάουσας, μιας οικογένειας με μακρά οινική παράδοση, που ξεκινά στα 1840. Το οινοποιείο σήμερα το "τρέχει" ο Κωστής Δαλαμάρας, ο οποίος αν και νέος οινοποιός, αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές αμπελουργίας-οινολογίας στη Μπον της Βουργουνδίας και εργάστηκε σε οινοποιεία σε Γαλλία και Ισπανία, τελικά επέστρεψε για να ενταχθεί στο δυναμικό της οικογενειακής επιχείρησης. Το όνομά του Κωστή φιγουράρει σήμερα στη λίστα με τους πλέον υποσχόμενους οινοπαραγωγούς στον κόσμο. 
Το παραδοσιακό ρακοκάζανο της οικογένειας Δαλαμάρα.
Οι βιολογικοί αμπελώνες του κτήματος βρίσκονται σε υψόμετρο 250-350 μέτρων σε αργιλοασβεστώδες έδαφος στις τοποθεσία Παλιοκαλιάς (53 στρέμματα) και Βάντος (6 στρέμματα). Επίσης υπάρχουν και κάποιοι συνεργαζόμενοι αμπελουργοί (15 στρέμματα). Η κυρίαρχη ποικιλία όπως είναι φυσικό είναι το ξινόμαυρο, αν και καλλιεργείται επίσης η ποικιλία νεγκόσκα και από λευκές ποικιλίες μαλαγουζιά, ασύρτικο και ροδίτης. 
Ο χώρος των δοκιμών στο οινοποιείο Δαλαμάρα, αντικατοπτρίζει την ιστορία του οινοποιείου και της οικογένειας.
Η συνολική παραγωγή του κτήματος είναι περίπου 30.000 φιάλες. Οι βασικές ετικέτες είναι οι λευκές Θώος, ένα blend από ασύρτικο, μαλαγουζιά και ροδίτη, και Καπνιστός (ίδια ποικιλιακή σύνθεση με τον Θώο με 10 μήνες βαρέλι χωρίς απογέμιση, για να επιτευχθεί ελεγχόμενη οξείδωση) και οι ερυθρές Αγέρωχος (blend Ξινόμαυρο 80% και Merlot 20%), Νάουσα (από νεαρά αμπέλια Ξινόμαυρου στον Παλιοκαλιά, στην Γάστρα και τα Πολλά Νερά) και Παλιοκαλιάς (ιδιόκτητα αμπέλια Ξινόμαυρου μεγάλης ηλικίας από την περιοχή του Παλιοκαλιά). 
 Προφυλλοξηρικά κλήματα από τον αμπελώνα του Δαλαμάρα στον Παλιοκαλιά, διαμορφωμένα σε ελεύθερο κύπελλο.
Παρόλα αυτά, και αναλόγως της χρονιάς, ο πάντα ανήσυχος Κωστής, κυκλοφορεί κάποιες πειραματικές ετικέτες ή κάποιες ετικέτες περιορισμένης κυκλοφορίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η ετικέτα Vignes Franches, με μόλις 250 φιάλες το χρόνο η οποία προέρχεται από προφυλλοξηρικά κλήματα από τον αμπελώνα του Παλιοκαλιά, μαζί με κάποια αυτόριζα αμπέλια  από τον αμπελώνα δίπλα στο οινοποιείο, η ετικέτα Entre deux Grêles, μία φυσική οινοποίηση Νεγκόσκας από τη χρονιά του 2014, και η ετικέτα Triadique από τη χρονιά του 2007, ένα blend Ξινόμαυρο 65% με Νεγκόσκα 35%, που εμφιαλώθηκε σε μόλις 300 φιάλες. 
Μπορεί ο χώρος να πλημμυρίζει από παράδοση αλλά οι οινοποιήσεις ο Κωστής Δαλαμάρας ανήκει σε μια νέα γενιά οινοποιών που σκοπεύουν στην οινική εξέλιξη του ξινόμαυρου και της Νάουσας.
Από ότι φαίνεται ο Κωστής δίνει μία έμφαση στον πειραματισμό αλλά και στην εξέλιξη εν γένει του Ξινόμαυρου σαν ποικιλία. Ο σκοπός του είναι να ξεφύγει από τις ρουστίκ οινοποιήσεις, να δαμάσει το "ατίθασο" Ξινόμαυρο και να δημιουργήσει κρασιά κομψά, αλλά και ταυτόχρονα πολύπλοκα. Η επιτομή αυτού του στυλ κρασιών είναι ο Παλιοκαλιάς, ο οποίος ειδικά για τη χρονιά του 2015 που τώρα κυκλοφορεί στην αγορά, παρουσιάζει ένα πολύ θελκτικό χαρακτήρα που απέχει από τις ρουστίκ οινοποιήσεις της Νάουσας. Οι διαφορές ξεκινάν από το χρώμα που είναι πιο έντονο και ζωντανό, ενώ η μύτη έχει έντονα ανθικά και βοτανικά στοιχεία. Στο στόμα είναι φρουτώδες (κόκκινα φρούτα και φρούτα του δάσους) με μία φινέτσα πρωτόγνωρη για Νάουσα, ισορροπημένη οξύτητα και μακρύ τελείωμα.

Κτήμα Φουντή

Το οινοποιείο του Κτήματος Φουντή βρίσκεται στην Στράντζα σε απόσταση 4km από την Νάουσα. Κι εδώ έχουμε να κάνουμε με μία σύγχρονη οικογενειακή επιχείρηση. Η οικογένεια έχει μακρά παράδοση στην αμπελοκαλλιέργεια,  ο πρώτος τους αμπελώνας με Ξινόμαυρο, φυτεύτηκε 1930. Σήμερα επικεφαλής είναι ο Νικόλαος Φουντής, ο οποίος επέκτεινε τα αμπέλια της οικογένειας κατά την δεκαετία του 1970 και ιδρύει το δικό του οινοποιείο το 1992. Το 1996 επιστρέφει από την Γαλλία ο ανηψιός του Δημήτριος Ζιάννης, χημικός οινολόγος και αναλαμβάνει την παραγωγή του κτήματος. Το 1998 ολοκληρώνεται το χτίσιμο κι ο εξοπλισμός των σύγχρονων εγκαταστάσεων. 
Το οινοποιείο Φουντή στη Στράντζα
Τα αμπέλια του κτήματος βρίσκονται σε ακτίνα 4χλμ. γύρω από την περιοχή της Στράντζας, στις περιοχές Ράμνιστα, Ρουντίνα και Καραούτσα. Η συνολική εκταση των αμπελώνων είναι 55 στρέμματα και οι φυτεμένες ποικιλίες είναι Ξινόμαυρο (41 στρέμματα), Merlot (10 στρέμματα) και Μαλβαζία (4 στρέμματα). Πέρα από αυτά, το κτήμα συνεργάζεται και με ανεξάρτητους αμπελουργούς.


Ο Νίκος Φουντής, ιδρυτής και ψυχή του κτήματος.
Ο συνολικός όγκος παραγωγής του κτήματος είναι αναλόγως της χρονιάς και κυμαίνεται από 40.000 μέχρι 50.000 φιάλες. Οι ετικέτες του κτήματος είναι επτά: ο Λευκός Φουντής (Blanc de Noir οινοποίηση Ξινόμαυρου), ο Ονειρικός Λευκός (από Μαλβαζία), ο Τρυγίας (Blanc de Noir οινοποίηση Ξινόμαυρου με ζύμωση και παλαίωση σε βαρέλι), ο Ροζέ Φουντής (Ξινόμαυρο), ο Ονειρικός Ερυθρός (Blend από Merlot και Ξινόμαυρο), η Ναουσαία (η βασική ετικέτα του κτήματος Π.Ο.Π. Νάουσα) και το Κτήμα Φουντή (Single Vineyard Π.Ο.Π. Νάουσα από τον αμπελώνα της Καραούτσας).
Ο χώρος παλαίωσης. Το κτήμα Φουντή είναι από τα λίγα που παλαιώνει τις ΠΟΠ ετικέτες του για τουλάχιστον μία 5ετία πριν κυκλοφορήσουν στην αγορά.
Ξεκινώντας από τα λευκά, το Κτήμα Φουντή είναι από τα λίγα οινοποιεία μέσα στη ζώνη της Νάουσας που τολμούν λευκή οινοποίηση (Blanc de Noir) του Ξινόμαυρού. Το αποτέλεσμα δικαιώνει την επιλογή αυτή μιας που τόσο ο Λευκός Φουντής, όσο και ο Τρυγίας είναι δύο ιδιαίτερα κρασιά. Ειδικά ο Τρυγίας που είναι ένα λευκό κρασί που αντέχει στην παλαίωση και προσωπικά θεωρώ ότι είναι ένα από τα καλύτερα λευκά κρασιά της Βορείου Ελλάδος. Ο χαρακτήρας του κρασιού μεταβάλλεται έντονα με το χρόνο και το βαρέλι, που ίσως αρχικά φαίνεται έντονο, με την πάροδο του χρόνου ενσωματώνεται στο σύνολο και συμβάλλει στην πολυπλοκότητα του κρασιού.
Το κελάρι του κτήματος Φουντή.
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης και οι δύο ΠΟΠ Νάουσες του οινοποιείου, η Ναουσαία και το Κτήμα οι οποίες παρουσιάζουν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Και οι δύο μπορούν να χαρακτηριστούν ρουστίκ οινοποιήσεις με τυπικά αρώματα και γεύσεις. Και οι δύο ωφελούνται από την παλαίωση, μιας που νέες είναι αρκετά τανικές, για αυτό και το οινοποιείο τις κυκλοφορεί συνήθως μετά από μία πεντάχρονη παλαίωση. Το Κτήμα όμως είναι πιο φινετσάτο, με πιο ανθικό χαρακτήρα, ενώ η Ναουσαία έχει πιο έντονο τα αρώματα ντομάτας και ελιάς που συνήθως βγάζει η ποικιλία.
Παλαιωμένες σοδειές του κτήματος Φουντή
Ένας άλλος καλός λόγος να επισκεφτεί κανείς το οινοποιείο του κτήματος Φουντή είναι η διάθεση παλαιών εσοδειών κρασιού. Μετά από κάθε τρύγο το κτήμα κρατάει ένα μικρό αριθμό φιαλών οι οποίες θα παλαιώσουν στην κάβα του για δέκα και πλέον χρόνια και στη συνέχεια διατίθενται απευθείας από το οινοποιείο. Έτσι ο επισκέπτης του οινοποιείου μπορεί να αγοράσει μια παλαιωμένη σε ιδανικές συνθήκες Π.Ο.Π. Νάουσα εικοσαετίας.

Η συνέχεια στο επόμενο άρθρο...




Σχόλια