Στα οινοποιεία του Νομού Λαρίσης, Μέρος Δεύτερο

Κτήμα Καριπίδη

Άποψη του οινοποιείου.
Τα κρασιά του Κτήματος Καριπίδη είναι ένα από τα πρώτα που γνώρισα όταν προ μερικών ετών ξεκίνησα να ασχολούμαι με το κρασί. Το οινοποιείο βρίσκεται στα Βούναινα Θεσσαλίας, στα όρια των νομών Λαρίσης και Καρδίτσας.  Είναι μια οικογενειακή επιχείριση και διαχειρίζεται 300 στρέμματα από ιδιόκτητους βιολογικούς αμπελώνες. Τα Βούναινα, όπως δηλώνει και το όνομα (μικρά βουνά), είναι μια λοφώδης περιοχή με παλαιά οινική παράδοση. Οι αμπελώνες βρίσκονται σε υψόμετρο 200 έως 300 μέτρα με χαμηλούς λόφους και με νοτιοανατολικό προσανατολισμό.  Το έδαφος των αμπελώνων είναι αργιλώδες, πλούσιο σε οργανική ουσία με υπέδαφος μη συμπαγές, με καλή αποστράγγιση.
Άποψη ενός τμήματος των αμπελώνων του Κτήματος Καριπίδη.
Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στους Κτήματος είναι Cabernet Sauvignon, Merlot, Syrah, Sauvignon Blanc, Chardonnay, Sangiovese, Primitivo και Nebbiolo. Έχουμε λοιπόν μία ιδιαίτερη περίπτωση Κτήματος που επένδυσε σε διεθνείς ποικιλίες. Μπορεί εκ πρώτης να φαίνεται περίεργο, αλλά αυτό υποκρύπτει μία σαφή λογική. Οι αναλύσεις των εδαφών που έγιναν πριν από τη φύτευση των αμπελιών, δείξανε συνάφεια με τα γαλλικά εδάφη, όποτε υπήρχε μια πολύ καλή βάση. Έτσι κι αλλιώς οι τοπικές ποικιλίες της περιοχής είναι οι διαφορετικές εκφράσεις του Μοσχάτου, το οποίο δύσκολα θα έδινε κρασιά υψηλής ποιότητας. Οπότε στο κτήμα Καριπίδη προσπάθησαν να δώσουν προστιθέμενη αξία στον αμπελώνα τους φυτεύοντας ποικιλίες του διεθνή αμπελώνα τόσο του γαλλικού, όσο και του Ιταλικού (πρέπει να είναι πρωτοπόροι στον Ιταλικό αμπελώνα στην Ελλάδα). Παρόλα αυτά γίνονται συνεχώς πειραματικές καλλιέργειες και οινοποιήσεις ελληνικών ποικιλιών όπως το Ξινόμαυρο και το Ασσύρτικο.
Η οινολόγος Μάγδα Καριπίδη μας ξεναγεί στο οινοποιείο.
Στο οινοποιείο μας υποδέχθηκε η οινολόγος Μάγδα Καριπίδη, κόρη του ιδιοκτήτη του οινοποιείου, Παντελή Καριπίδη που μας ξενάγησε στο χώρο. Το οινοποιείο είναι από τα πιο όμορφα που έχω δει στην Ελλάδα με τεράστιους χώρους και πολύ καλές εγκαταστάσεις. Στους χώρους του, πέρα από τις υπερσύγχρονες εγκαταστάσεις οινοποίησης και τα γραφεία της επιχείρησης, μπορεί να βρει κάποιος μία έκθεση αγροτικών μηχανημάτων περασμένων εποχών καθώς και μία υπέροχη αίθουσα γευσιγνωσίας. Το οινοποιείο είναι πλήρως εξοπλισμένο και είναι ικανό να στηρίξει ακόμη μεγαλύτερη παραγωγή από την ήδη υπάρχουσα. Σήμερα η συνολική παραγωγή είναι της τάξεως των 200.000 φιαλών και το μεγαλύτερο μέρος της πωλείται στην Ελλάδα.
Το τεράστιο πιεστήριο!
Μετά την ξενάγηση στους χώρους του οινοποιείου και του υπόγειου κελαριού περάσαμε στην υπέροχη αίθουσα οινογνωσίας όπου δοκιμάσαμε τα κρασιά του κτήματος. Ξεκινήσαμε με τα λευκά που είναι τρεις ετικέτες (Sauvignon Blanc, Sauvignon Fume και Chardonnay). Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα το Sauvignon Fume και το Chardonnay που το ολιγόμηνο πέρασμα τους από το βαρέλι (περίπου 6 μήνες) τους δίνει μία πολυπλοκότητα και ένα βάθος που τα κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Και τα δύο παρουσιάζουν αυξημένη λιπαρότητα και δείχνουν ότι έχουν μεγάλη δυναμική παλαίωσης (στην προσωπική μου κάβα έχω ακόμη μερικά Chardonnay του 2010 και Fume του 2012 τα οποία παλαιώνουν υπέροχα). Είναι προφανής η προσπάθεια να ελαττωθεί η επίδραση του βαρελιού στο τελικό αποτέλεσμα σε σχέση με το παρελθόν. Έτσι και τα δύο κρασιά είναι ιδιαίτερα φρουτώδη, ενώ η παλαίωση στο βαρέλι τους δίνει πέρα από τα αρώματα βανίλιας και μελιού κάποιες βοτανικές νύξεις.
Ξεκινώντας από πάνω αριστερά και με τη φορά των δεικτών του ρολογιού: α) τρακτέρ από την έκθεση γεωργικών μηχανημάτων, β) προθήκη με κρασιά του κτήματος στο χώρο των γευστικών δοκιμών, γ) ακόμη ένα τρακτέρ και τέλος δ) το κελλάρι με τα εκατοντάδες βαρέλια.
Περνώντας στα κόκκινα έχουμε έξι ετικέτες, εν των οποίων οι πέντε είναι μονοποικιλιακές (Syrah, Merlot, Cabernet Sauvignon, Nebbiolo, Sangiovese) και η έκτη, που  είναι και το κορυφαίο κρασί του κτήματος με την επωνυμία Robust, είναι blend των ποικιλιών Cabernet Sauvignon και Sangiovese. Παρότι όλα τα κρασιά του κτήματος στέκονται σε ένα πολύ καλό επίπεδο, το ενδιαφέρον μας το μονοπώλησαν κυρίως το Nebbiolo, το Sangiovese και το Robust. 
Ξεκινώντας από το Sangiovese, έχουμε ένα κρασί με ερυθρό χρώμα με γκρενά αποχρώσεις. Η μύτη είναι πολύπλοκη και εξελιγμένη με αρώματα ώριμων μικρών κόκκινων φρούτων, ανθικά αρώματα (περισσότερο όμως θυμίζουν αποξηραμένα άνθη), βανίλια (από το βαρέλι) καθώς και υποψίες δέρματος και ταμπάκου. Το στόμα είναι στόμα στρόγγυλο, γεμάτο, με πολύ καλή οξύτητα, και πολύπλοκο καθώς ο αρωματικός χαρακτήρας περνάει και στο στόμα. Οι ταννίνες είναι παρούσες, χωρίς όμως να είναι επιθετικές και συνεισφέρουν στο ρωμαλέο χαρακτήρα του κρασιού. Τέλος η επίγευση είναι ευχάριστη και μακρά. 
Magnum φιάλες αναπαύονται στο χώρο της εμφιάλωσης.
Περνώντας στο Nebbiolo το πρώτο πράγμα που μας τραβά την προσοχή είναι το ρουμπινί χρώμα με τις κεραμιδί ανταύγειες. Στη μύτη ανιχνεύει κανείς αρώματα μικρών κόκκινων φρούτων καθώς και μπαχαρικών που σε συνδυασμό με τα αρώματα του βαρελιού και κάποιες ανθικές  νότες το κάνουν το ίδιο πολύπλοκο με το Sangiovese. Το στόμα είναι ιδιαίτερα συμπυκνωμένο, η οξύτητα κάνει πάλι ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία της, αλλά εδώ ο χαρακτήρας είναι έντονα ρωμαλέος κυρίως λόγω των έντονων ταννινών. Η επίγευση είναι τρομερά μακρά. Συνολικά ένα δύσκολο κρασί για μυημένους, κυρίως λόγω των έντονων ταννινών, που αποζητά να συνοδεύσει μεγάλα γεύματα με κυνήγια και έντονες σάλτσες.
Ειδικές εμφιαλώσεις σε Longneck μπουκάλια που παλαιώνουν στο υπόγειο κελάρι του κτήματος.
Αφήσαμε για το τέλος την κορωνίδα του κτήματος, το Robust (2005). Το χρώμα είναι ερυθρό πορφυρό με ιώδεις ανταύγειες. Κυριαρχούν αρώματα αποξηραμένων φρούτων, μπαχαρικών, αρώματα του βαρελιού (κυρίως βανίλια και καφέ) ενώ στο υπόβαθρο υπάρχουν κάποιες νύξεις βοτανικότητας, που γίνονται πιο έντονες όσο το κρασί αερίζεται. Το στόμα είναι ιδιαίτερα πλούσιο, ζεστό, στιβαρό με πολύ καλή οξύτητα και έντονες (ακόμη μια φορά) τανίνες. Η επίγευση είναι και εδώ μεγάλη σε διάρκειας και ευχάριστη. Έχοντας δοκιμάσει στο παρελθόν και παλαιότερες χρονιές νομίζω ότι η χρονιά του 2005 είναι η καλύτερη. Από τη συγκεκριμένη χρονιά μάλιστα έχω αγοράσει ένα αριθμό φιαλών και ανοίγω μία φιάλη κρασί κάθε χρόνο, για να δω το πως εξελίσσεται.

Κτήμα Κατσαρού

Φιάλες κρασί παλαιώνουν στο κελάρι του κτήματος.
Το Κτήμα Κατσαρού το επισκεφθήκαμε στα μέσα Ιουνίου κατά την διάρκεια μιας επίσκεψης στη γειτονική Ραψάνη. Το κτήμα βρίσκεται στην Κρανιά Ολύμπου σε υψόμετρο 700 μέτρων (πάνω από τον Πυργετό και δίπλα στη Ραψάνη). Τα πρώτα αμπέλια φυτεύτηκαν από το Λαρισαίο γιατρό Δημήτρη Κατσαρό στις αρχές της δεκαετίας του '80. Οι ποικιλίες που φυτεύτηκαν αρχικά κατόπιν έρευνας και πειραματισμών, ήταν το Cabernet Sauvignon,ι το Μerlot και αργότερα το Chardonnay. Το πρώτο κρασί παρήχθη το 1987 και κυκλοφόρησε στο εμπόριο το 1989 σε 300 μόλις φιάλες. Το 2007 ο Ευριπίδης Κατσαρός, γιος του Δημήτρη, μετά από σπουδές γενικής Βιολογίας στο πανεπιστήμιο του Bordeaux και Οινολογίας στο πανεπιστήμιο της Βουργουνδίας, επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε το Κτήμα.
Ο Ευριπίδης Κατσαρός (αριστεερά) μας αναλύει τη φιλοσοφία του κτήματος.
Οι βιολογικοί αμπελώνες του κτήματος βρίσκονται σε υψόμετρα από 650 μέχρι 800 μέτρα και έχουν συνολική έκταση 90 στρέμματα. Τα τελευταία χρόνια προστέθηκε στις καλλιεργούμενες ποικιλίες και το Ξινόμαυρο καθώς και κάποιες άλλες ελληνικές, οι οποίες όμως είναι ακόμη σε πειραματικό στάδιο. Το έδαφος είναι αργιλοπηλώδες και επικλινές και σε συνδυασμό με τις κλιματικές συνθήκες και το υψόμετρο, οδηγούν σε μικρές στρεμματικές αποδόσεις, Το οινοποιείο είναι επισκέψιμο και φιλοξενεί ένα οινολογικό εργαστήριο καθώς και χώρους γευσιγνωσίας.
Η πρώτη αίθουσα παλαίωσης του κτήματος, με τη χαρακτηριστική αγιογραφία στο βάθος.
Το οινοποιείο παράγει προς στιγμήν τέσσερις ετικέτες κρασιών, το Κτήμα Ερυθρό, το Merlot, το Κτήμα Chardonnay και η πιο πρόσφατη ετικέτα είναι το Valos, ένα μονοποικιλιακό Ξινόμαυρο κρασί, από νέα κλήματα. Το Valos λοιπόν καταφέρνει να εντυπωσιάσει από την πρώτη επαφή. Το χρώμα του είναι τυπικό για ξινόμαυρο (κόκκινο χρώμα, όχι όμως ιδιαίτερα έντονο). Στη μύτη κυριαρχούν τα κόκκινα φρούτα με κάποιες νύξεις ντομάτας, ενώ το στόμα χαρακτηρίεται από την πλούσια φρουτώδη γεύση, την πολύ καλή οξύτητα και τις κάπως άγουρες ταννίνες, που είναι ενδεικτικές της νεότητας του αμπελιού, χωρίς όμως να είναι ενοχλητικές. Το μόνο μείον είναι ότι το τελείωμα ήταν κάπως κοντό, πάλι μάλλον λόγω του νεαρού αμπελιού. Η πρώτη αυτή προσπάθεια κρίνεται λοιπόν ιδιαίτερα θετική και σίγουρα περιμένουμε περισσότερα τις περισσότερες χρονιές.
Το Κτήμα Κατσαρού Ερυθρό στο εκθετήριο που υπάρχει στο κελάρι του κτήματος.
Το βαρύ πυροβολικό του κτήματος όμως είναι το Chardonnay και ο Ερυθρός. Το Chardonnay (2014) έχει λαμπερό κίτρινο χρώμα με ελαφρές πράσινες ανταύγειες. Στη μύτη εντυπωσιάζει το σύνθετο άρωμα κίτρινων φρούτων, εσπεριδοειδών με νότες βανίλιας από το βαρέλι. Το στόμα είναι ιδιαίτερα πλούσιο, λιπαρό και δροσερό με καλή οξύτητα και πολυπλοκότητα. Μακρά και ιδιαίτερα ευχάριστη επίγευση. Σε σχέση με παλαιότερες χρονιές που δοκιμάσαμε τόσο κατά την επίσκεψή μας στο οινοποιείο, όσο και σε άλλες περιστάσεις φαίνεται ξεκάθαρα η καλύτερη διαχείριση του βαρελιού. Το βαρέλι πλέον χρησιμοποιείται με φοβερή σύνεση και έχει ενσωματωθεί πλήρως στο κρασί.
Τα κρασιά της δοκιμής
Για το τέλος αφήσαμε τον Ερυθρό (2009) του Κτήματος, ο οποίος είναι ένα blend τύπου Bordeaux από τις ποικιλίες Cabernet Sauvignon και Merlot. Το χρώμα είναι σκούρο κόκκινο. Στη μύτη κυριαρχούν έντονα και σύνθετα αρώματα μαύρων και κόκκινων φρούτων με κάποιες νότες ξηρών καρπών και αποξηραμένων άνθεων. Το στόμα είναι ιδιαίτερα πληθωρικό, ελαφρώς θερμό, αλλά υπερσυμπυκνωμένο. Έντονες τανίνες που προσδίδουν στιβαρότητα, πολύ καλή οξύτητα και φοβερά μακρά επίγευση. Σίγουρα έχει ακόμη αρκετό μέλλον μπροστά του.

Επίλογος

Από ότι φαίνεται ο νομός Λάρισας έχει μία ιδιαίτερη δυναμική στο χώρο του κρασιού. Νέοι άνθρωποι με όραμα έχουν φέρει μια νέα πνοή τόσο σε παραδοσιακές οινικές περιοχές (Τύρναβος και Ραψάνη) όσο και δημιουργώντας από το μηδέν ονική παράδοση (Κρανιά και Βούναινα). Αν λοιπόν σας φέρει ο δρόμος προς τα οινοποιεία αυτά καλά θα κάνετε να τα επισκεφθείτε. Αν πάλι δεν μπορείτε να τα επισκεφθείτε αναζητήστε τα κρασιά τους και δε θα χάσετε.

Το πρώτο μέρος του άρθρου θα το βρείτε εδώ

Σημείωση: ο πρακτικός σκοπός αυτού του άρθρου είναι να παρουσιάσει κάποια επιλεγμένα οινοποιεία της περιοχής της Λάρισας τα οποία έχω επισκεφθεί, και όχι το σύνολο των οινοποιείων της περιοχής. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου κάτι τέτοιο. 

Σχόλια