Στα οινοποιεία του Νομού Λαρίσης, Μέρος Πρώτο

Η βασική αρχή της αναβλητικότητας λέει "μην αναβάλλεις ποτέ για αύριο αυτό που μπορείς να αναβάλλεις για μεθαύριο". Ακολουθώντας αυτή την αρχή ανέβαλλα για περίπου ένα χρόνο τη συγγραφή αυτού του άρθρου. Συγκεκριμένα οι πρώτες επισκέψεις τα οινοποιεία της περιοχής της Λάρισας έγιναν πέρυσι τον Μάιο, όταν η παρέα του συλλόγου οινοφίλων Κατερίνης επισκέφτηκε τα οινοποιεία Ντούγκου και Ζαφειράκη στην Ιτέα και τον Τύρναβο αντίστοιχα (από τότε φυσικά ξαναδοκιμάσαμε τα κρασιά και των δύο κτημάτων σε πάρα πολλές περιπτώσεις). Αργότερα μέσα στην ίδια χρονιά επισκεφθήκαμε το Κτήμα Καριπίδη στα Βούναινα και τέλος δύο μήνες πριν το Κτήμα Κατσαρού στην Κρανιά Ολύμπου. Για πρακτικούς λόγους το άρθρο θα χωριστεί σε 2 μέρη, το πρώτο μέρος θα αφορά τα οινοποιεία Ντούγκου και Ζαφειράκη και το δεύτερο μέρος θα αφορά τα κτήματα Καριπίδη και Κατσαρού.

Σημείωση: ο πρακτικός σκοπός αυτού του άρθρου είναι να παρουσιάσει κάποια επιλεγμένα οινοποιεία της περιοχής της Λάρισας τα οποία έχω επισκεφθεί, και όχι το σύνολο των οινοποιείων της περιοχής. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν μέσα στις προθέσεις μου κάτι τέτοιο.

Οινοποιείο Ντούγκου

Το τραπέζι της δοκιμής στο Κτήμα Ντούγκου.
Ας ξεκινήσουμε πρώτα από το οινοποιείο του Θάνου και της Λουΐζας Ντούγκου στην Ιτέα. Η ιστορία του οινοποιείου ξεκινά το 1991, όταν ο Δημήτρης Ντούγκος άρχισε την παραγωγή οίνου. Στην πορεία πήραν τα ηνία τα παιδιά του, ο Θάνος (γεωπόνος) και η Λουΐζα (χημικός και οινολόγος). Σήμερα το οινοποιείο καλλιεργεί 76 στρέμματα, όπου καλλιεργούνται 12 ποικιλίες σταφυλιών (οι Ελληνικές Ξινόμαυρο, Κρασάτο, Σταυρωτό, Λημνιώνα, Ροδίτης, Ασύρτικο, Μπατίκι και οι Γαλλικές Syrah, Μerlot, Cabernet Sauvignon, Cabernet Franc, Grenache Rouge) και παράγει 7 διαφορετικές ετικέτες κρασιού. Το οινοποιείο βρίσκεται στην κοιλάδα των Τεμπών στην Ιτέα, ανάμεσα στον Όλυμπο και στον Κίσαβο, που εδώ και μερικά χρόνια ανήκει στην περιοχή ΠΟΠ Ραψάνης. Οι αμπελώνες βρίσκονται σε υψόμετρο 550-700 περίπου μέτρων στις βορειοανατολικές πλαγιές του Ολύμπου. 
Βραβευμένα κρασιά του κτήματος Ντούγκου.
Σήμερα το οινοποιείο παράγει 3 σειρές κρασιών, Η πρώτη σειρά περιλαμβάνει 2 ετικέτες (Ντούγκος Λευκός Sauvignon Blanc-Ροδίτης και Ντούγκος Ροζέ Ξινόμαυρο-Syrah). Πρόκειται για value for money κρασιά που θα συνοδεύσουν άριστα καλοκαιρινά γεύματα. Ειδικά το ροζέ είναι αρκετά εντυπωσιακό και ταιριάζει πολύ με την ελληνική και με την ιταλική κουζίνα. Το χρώμα του είναι λίγο πιο σκούρο από αυτό που θεωρείται ροζέ στη Γαλλία. Αρώματα κόκκινων φρούτων και λουκουόσκονης. Στο στόμα η οξύτητα το κάνει αρκετά αναζωογονητικό. Ο αρωματικό χαρακτήρας περνάει και στο στόμα ενώ το τελείωμα είναι μακρύ και ευχάριστό.
Η δεύτερη σειρά περιλαμβάνει της ΠΟΠ ετικέτες του κτήματος (ΠΟΠ Ραψάνη και ΠΟΠ Ραψάνη παλαιά κλήματα). Και τα δύο είναι τρομερά αξιόλογα κρασιά. Προσωπικά τα θεωρώ τα καλύτερα ΠΟΠ κρασιά της Ραψάνης, Και τα δύο παρουσιάζουν τυπικά αρώματα  ντομάτας και κόκκινων φρούτων, πολύ καλές οξύτητες και πολύ μακρά επίγευση. Απλά στα παλαιά κλήματα το στόμα είναι πιο μπαχαρένιο και πιο βοτανικό. Έτσι το κρασί αυτό έχει μία πολυπλοκότητα ου σπάνια συναντάς σε κρασιά αναλόγου τιμής.
Στο χώρο παλαίωσης του οινοποιείου Ντούγκου. Ο καλός οινοποιός στο κελάρι του δεν παλαιώνει μόνο δικά του κρασιά.

Η τρίτη σειρά ονομάζεται Μεθ' Υμών και περιλαμβάνει 3 ετικέτες (7, Αcacia και Όψιμος). Το 7 είναι ένας πολυποικιλιακός οίνος που θυμίζει πολύ Γαλλικό κρασί καθώς συνδυάζει αρώματα μούρων και αποξηραμένων φρούτων με νότες καπνού. Το στόμα ακολουθεί τη μύτη ενώ οι τανίνες κάνουν αισθητή την παρουσία τους χωρίς να είναι ενοχλητικές. Πολύ μακρύ φρουτώδες τελείωμα.
Το Αcacia είναι ένα ιδιαίτερο κρασί καθώς είναι ένα από τα δύο ελληνικά λευκά κρασιά που περνάνε από βαρέλι ακακίας (το άλλο είναι το λευκό του οινοποιείου Πιερία Ερατεινή). Η ποικιλιακή σύνθεση  του κρασιού είναι 85% Ασύρτικο και 15% Sauvignon Blanc. Το κρασί ωριμάζει όπως είπαμε μέσα σε βαρέλια ακακίας για χρονικό διάστημα 3 έως 5 μηνών μαζί με τις οινολάσπες. Το βαρέλι ακακίας επεμβαίνει λιγότερο στο γευστικό προφίλ του κρασιού σε σχέση με το δρύινο βαρέλι κι έτσι το κρασί αυτό παρουσιάζει αρώματα εσπεριδοειδών με νότες βανίλιας. Το στόμα είναι φρουτώδες και έχει μία λιπαρότητα, ενώ η επίγευση είναι αρκετά μακριά και ευχάριστη.

Ο χώρος παλαίωσης των Ερυθρών Οίνων
Ο πραγματικός πρωταγωνιστής όμως είναι ο όψιμος. Ένα κρασί που παράγεται από υπερώριμα σταφύλια των ποικιλιών Λημνιώνα, Syrah και Grenache, με βαθύ ρουμπινί χρώμα και πολύπλοκη μύτη. Η σχεδόν τριετής παραμονή στο βαρέλι του χαρίζει μπαχαρένια αρώματα. Η δομή στο στόμα συναρπάζει στόμα ενώ οι ταννίνες είναι για σεμινάριο. Η δε επίγευση είναι μακρά και πολύπλοκη. Μακράν το καλύτερο και πιο πολύπλοκο κρασί του κτήματος μαζί με τη Ραψάνη Παλαιά Κλήματα. Πέραν όμως των οίνων που κυκλοφορούν στην αγορά στο οινοποιείο δοκιμάσαμε και μία εξαιρετική πειραματική οινοποίηση Λημνιώνας η οποία μας ενθουσίασε όλους. 

Κτήμα Ζαφειράκη

Περπατώντας στους αμπελώνες του Χρήστου Ζαφειράκη.
Ο Χρήστος Ζαφειράκης ανήκει στην νέα γενιά οινοπαραγωγών. Ξεκίνησε ως μαθητής από την Αμερικάνικη Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια σπούδασε οινολογία στο ΤΕΙ Αθηνών και μετά από τις σπουδές του εκπαιδεύτηκε και εργάσθηκε στην παραγωγή κρασιών σε οινοποιεία της Ιταλίας (στις περιοχές Πιεμόντε, Αλτο Αντιτζε, και Τοσκάνη). Στην Ιταλία ο Χρήστος έκανε και το μεταπτυχιακό του, στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, με θέμα τη διοίκηση αμπελοοινικών μονάδων, και έτσι όταν επέστρεψε έβαλε σκοπό του να ασχοληθεί με την παραγωγή κρασιών υψηλής ποιότητας από αμπελώνες βιολογικής καλλιέργειας. 
Άποψη τμήματος του αμπελώνα.
Η οικογένεια Ζαφειράκη είχε παράδοση στην αμπελοκαλλιέργεια, οπότε με την επιστροφή του ο Χρήστος ανέλαβε τον οικογενειακό αμπελώνα στον Παλαιόμυλο Τυρνάβου, αναδιάρθρωσε την παραγωγή φυτεύοντας νέες ποικιλίες τόσο από το Διεθνή αμπελώνα, όσο και από τον Ελληνικό, και τον επέκτεινε. Το έδαφος στην περιοχή είναι πηλώδες με έντονη την παρουσία τσακμακόπετρας ενώ ένα  "κατέβασμα" από τα γύρω λοφάκια φροντίζει να δροσίζει τα αμπέλια το καλοκαίρι. Η φιλοσοφία του Χρήστου είναι να πάρει όσο το δυνατόν καλύτερη πρώτη ύλη από το αμπέλι και στη συνέχεια να παρέμβει οινολογικά όσο το δυνατό λιγότερο στο κρασί, έτσι ώστε να αναδείξει το ιδιαίτερο terroir της περιοχής, Για αυτό ο Χρήστος επιμένει στη βιολογική καλλιέργεια και  πειραματίζεται όλο και περισσότερο με γηγενείς ζύμες και μεγαλύτερα βαρέλια. 
Οι τρίτονοι δρύινοι οινοποιητές. Στο βάθος ο Χρήστος αναλύει τη φιλοσοφία του κτήματος.
Ιδιαίτερη σημασία για την ποιότητα των κρασιών έχουν κυρίως οι πρακτικές του στο χωράφι. Ο Χρήστος παρακολουθεί πολύ στενά τα φυτά του μαρκάρει ποια είναι τα καλύτερα (αυτά που δίνουν σταθερά καλύτερης ποιότητας καρπό) και στη συνέχεια χρησιμοποιεί αυτά τα φυτά για να πάρει μοσχεύματα είτε για τις φυτεύσεις του είτε για να αντικαταστήσει άλλα φυτά μέσα στον αμπελώνα. 
Επίσης πολύ σημαντικό ρόλο για την ποιότητα του κρασιού παίζει η επιλογή της σωστής ημερομηνίας του τρύγου. Δεν αρκεί να ωριμάσουν τα ζάχαρα στο σταφύλι, θα πρέπει να υπάρχει και η κατάλληλη φαινολική ωρίμανση, η οποία θα διασφαλίσει το γευστικό και το αρωματικό δυναμικό του κρασιού. Ο Χρήστος κάνει ένα μοναδικό τεστ 14 σημείων στις ρώγες των σταφυλιών για να αποφασίσει ποια είναι η κατάλληλη ημερομηνία για τον τρύγο. 
Τα βαρέλια των 1200 λίτρων.
Έτσι λοιπόν καταφέρνει να πάρει πολύ καλή πρώτη ύλη και να παράγει φινετσάτα κρασιά χωρίς υπερβολές, χωρίς υπερώριμα αρώματα φρούτων και χωρίς ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά αλκοόλης. Η χαμηλή στρεμματική απόδοση και η πολύ αυστηρή επιλογή των καρπών οδηγούν σε μικρή σε όγκο, αλλά εξαιρετική σε ποιότητα, παραγωγή. Έχουμε δηλαδή ένα καθαρά boutique οινοποιείο. Η οινοποίηση γίνεται σε τρίτονους δρύινους οινοποιητές. Τα βαρέλια των 225lt σταδιακά αντικαθίστανται από βαρέλια των 1200lt (και από φέτος και των 2400lt) έτσι ώστε το κρασί να έρχεται όσο το δυνατόν λιγότερο σε επαφή με το βαρέλι.
Στο χώρο των δοκιμών.
Τα κρασιά του Χρήστου μπορούν να χωριστούν χονδρικά σε τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη (entry level) υπάρχουν τρεις ετικέτες εκ των οποίων οι δύο είναι blend (Chardonnay-Ροδίτης και Merlot-Syrah) ενώ η τρίτη με την ονομασία Logos είναι μονοποικιλιακό Chardonnay. Ένα Chardonnay όμως μοναδικό για τα ελληνικά δεδομένα. Το κρασί παραμένει στη δεξαμενή επί 8 μήνες μαζί με τις λεπτές οινολάσπες και αναδεύεται σε τακτά χρονικά διαστήματα (bâtonnage). Το κρασί στο τέλος έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα, με αρώματα πράσινων φρούτων και εσπεριδοειδών καθώς και κάποιες νύξεις βοτανικότητας και ορυκτότητας. Ο αρωματικός χαρακτήρας περνάει στο στόμα και σε συνδυασμό με την  αρκετά καλή οξύτητα, το καλά δομημένο σώμα και την μακρά επίγευση μας δίνει ένα ιδιαίτερα απολαυστικό κρασί. Εικάζω ότι η παραμονή στο μπουκάλι για 2 με 3 χρόνια θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο το κρασί. Για την τιμή του το κρασί αυτό αποτελεί πραγματική ευκαιρία για τον υποψιασμένο οινόφιλο.
Το εσωτερικό του οινοποιείου. Κάθε χρόνο ο Χρήστος θα προσθέτει και ένα νέο βαρέλι των 1,2 τόνων και έτσι θα αντικαθιστά σταδιακά τα barriques των 225 λίτρων.
Η επόμενη κατηγορία έχει την γενική ονομασία Παλαιόμυλος και περιλαμβάνει δύο λευκά μονοποικιλιακά κρασιά (Chardonnay και Μαλαγουζιά), ένα ροζέ (blend από Λημιώνα και Syrah) και τέλος ένα ερυθρό (blend Sangiovese και Syrah). Η Μαλαγουζιά Παλαιόμυλος είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα Μαλαγουζιά της Ελλάδος. Εδώ δεν έχουμε τα τυπικά ανθικά και φρουτώδη αρώματα της ποικιλίας αλλά μία παλέτα εσπεριδοειδών. Πέραν αυτών επικρατεί περισσότερο μία ορυκτότητα που σε συνδυασμό με την πολύ καλή οξύτητα πολύ εύκολα μπορεί να σε μπερδέψει σε μία τυφλή δοκιμή. Επίσης το κρασί αυτό βελτιώνεται με την παλαίωση, οπότε είναι καλύτερο να το πιει κάποιος 2 με 3 χρόνια μετά την εμφιάλωση του.
Αυτή η βελτίωση με το χρόνο είναι πιο εμφανής στο άλλο λευκό κρασί της σειράς το Chardonnay, το οποίο είναι στο peak του μετά από 3 με 4 χρόνια από την εμφιάλωση. Ο ορυκτός χαρακτήρας είναι και εδώ πρόδηλος, Το Chardonnay αυτό διαφέρει από το Logos γιατί περνάει για κάποιο χρονικό διάστημα από βαρέλι (4 μήνες) κάτι που του δίνει μία επιπλέον πολυπλοκότητα και φινέτσα. Ίσως το πιο ισορροπημένο λευκό κρασί του κτήματος.
Ο Ερυθρός Παλαιόμυλος από την άλλη είναι ένα κρασί για σεμινάριο φινέτσας. Στη μύτη ξεχωρίζουν τα κόκκινα φρούτα και τα μπαχάρια με νύξεις βανίλιας και καπνού. Οι εξαιρετικές ταννίνες, η πολύ καλή οξύτητα, το καλά δομημένο σώμα και η πολύ μακρά επίγευση το κάνουν ιδανικό να συνοδεύσει πολυτελή γεύματα. Κι εδώ αξίζει να περιμένει κάποιος μία πενταετία για να πάρει τα μέγιστα από το κρασί αυτό, 
 Η πρόσοψη του τρίτονου δρύινου οινοποιητή.
Στην τελευταία σειρά ανήκουν δύο μονοποικιλιακοί οίνοι από Λημνιώνα, ένας ερυθρός και ένας ροζέ (τον οποίον όμως δύσκολα θα βρείτε αφού προορίζεται κυρίως για εξαγωγές). Η ερυθρή Λημνιώνα αφού ζυμωθεί στους τρίτονους ξύλινους οινοποιητές ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια για 12 τουλάχιστον μήνες. Στη μύτη έχουμε τα τυπικά αρώματα της ποικιλίας (κόκκινα φρούτα) αλλά και πολλά μπαχάρια καθώς και νύξεις γλυκόριζας και κάποιων ανθικών αρωμάτων. Και εδώ η οξύτητα είναι πολύ καλή, οι τανίννες σχεδόν μεταξένιες και το μέτριο(+)  σώμα δίνουν ένα φινετσάτο κρασί. 
Η Ροζέ Λημνιώνα είναι ένα κρασί που σε γεμίζει φρέσκα αρώματα κόκκινων φρούτων και άνθεων με πολύ καλή οξύτητα, μέτριο σώμα και πολύ μακρά επίγευση. Ένα από τα αγαπημένα ελληνικά ροζέ!

Το δεύτερο μέρος του άρθρου θα το βρείτε εδώ.

Σχόλια