Η argot του κρασιού...

Το μεγαλύτερο πρόβλημα ενός νεοεισελθέντα στον κόσμο του κρασιού είναι να καταλάβει την "διάλεκτο" που χρησιμοποιούν οι οινόφιλοι. Προσπαθώντας να διαβάσει ένα άρθρο ή μία κριτική για το κρασί ο αμύητος αναγνώστης πέφτει πάνω σε μία περίεργη γλώσσα, την argot των οινόφιλων, που τον εμποδίζει να έχει μια πιο άμεση επαφή με το κρασί. Οι οινόφιλοι, όπως και άλλες κοινωνικές ομάδες χρησιμοποιούν μία γλώσσα «κλειστή», συμβατική, όταν μιλάνε για το κρασί, γεμάτη ορολογίες που προέρχονται κυρίως από φράσεις της γαλλικής ή της αγγλικής οι οποίες μεταφράζονται στα ελληνικά, δίνοντάς πολλές φορές και νέες σημασίες στις υπάρχουσες λέξεις και φράσεις.  
Φυσικά όταν κάποιος θέλει να μάθει καλύτερα την argot του κρασιού καλύτερα να ανατρέξει σε διάφορους ιστοτόπους οινογράφων και περιοδικών. Οι πιο πλήρεις είναι οι ακόλουθοι: 
Ακολουθούν μεταφρασμένοι στα Ελληνικά οι κυριότεροι από αυτούς τους όρους. 

Αυστηρό (κρασί): Ένα μη φιλικό και ευχάριστο κρασί. Είναι σκληρό στο στόμα με αυξημένη οξύτητα και χωρίς ιδιαίτερη φρουτώδη έκφραση. 

Αναγωγικό: Ο όρος αυτός αναφέρεται σε πρακτικές οινοποιίας που μειώνουν την έκθεση ενός κρασιού στο οξυγόνο, όπως η χρήση των ανοξείδωτων δεξαμενών με αδρανή αέρια. Αυτό γίνεται συνήθως για να μεγιστοποιηθούν τα φρέσκα αρώματα των φρούτων ενός κρασιού. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε κρασιά με θειώδη αρώματα ή με "κλειστή μύτη" (αδύναμα ή μη εκφραστικά αρώματα). Συνήθως αυτό μπορεί να διορθωθεί μετά από ένα αερισμό του κρασιού. Αν όμως μετά από τον αερισμό το κρασί δεν διορθωθεί τότε μάλλον πρόκειται για προβληματικό κρασί.

Βαρελάτο (σε γεύση ή σε αρώματα): Η επιρροή του βαρελιού στις γεύσεις ή στα αρώματα του κρασιού. Στο λευκό κρασί το βαρέλι προσθέτει γεύσεις βουτύρου, βανίλιας και μερικές φορές φρυγανισμένου ψωμιού. Στο κόκκινο κρασί προσθέτει γεύσεις που συχνά αναφέρεται ως καρυκεύματα μαγειρικής, βανίλια, καπνού, σοκολάτας, δέρματος και μερικές φορές άνηθο ή άλλα βότανα. Τα βαρέλια αναλόγως της προελεύσεως δίνουν εντελώς διαφορετικά γευστικά αποτελέσματα (η μεγαλύτερη διαφοροποίηση είναι μεταξύ Γαλλικών και Αμερικάνικων). Εάν το κρασί δεν είναι πλούσιο και πυκνό, τότε η γεύση και τα αρώματα του βαρέλια μπορεί να ξεπεράσουν αυτά του κρασιού και έτσι έχουμε ένα κρασί χωρίς ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Γήινο (κρασί): Αυτός ο χαρακτηρισμός μπορεί να έχει είτε αρνητική είτε θετική σημασία. Συνήθως υποδηλώνει άρωμα φρέσκου, πλούσιου, καθαρού χώματος. Άλλα γήινα αρώματα είναι η μυρωδιά φρεσκοκομμένου ξύλου ή τρούφας.

Γούνινη ή τριχωτή γλώσσα ή γλώσσα τσαρούχι: Οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν ένα κρασί που έχει υψηλή περιεκτικότητα σε επιθετικές, άγριες τανίνες.

Γωνιώδες (κρασί):  Ένα κρασί με απότομη γεύση στο στόμα, πιθανόν λόγω της πολύ υψηλής οξύτητας ή/και της έλλειψης δομής. Συνήθως αυτά τα κρασιά προέρχονται από κακές χρονιές.

Δεξαμενής (κρασί): Κρασί που δεν πέρασε από βαρέλι. Τα λευκά κρασιά δεξαμενής τείνουν να έχουν πιο λεμονάτα και ορυκτά αρώματα, ενώ τα κόκκινα τείνουν να έχουν μεγαλύτερη οξύτητα. 

Ζωηρό (κρασί): Ένα κρασί με πολύ ενέργεια, που θα ιντριγκάρει τον ουρανίσκο σας και κορυφώσει την περιέργειά σας. Με άλλα λόγια, ένα κρασί με πολύ δράση.

Θερμό: ένα κρασί με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Είναι χαρακτηριστικό κυρίως των κρασιών που παράγονται σε θερμά κλίματα.

Καύσιμο: Ένα κρασί που έχει υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ και ταυτόχρονα έχει χάσει την ισορροπία του. Στα κρασιά αυτά ξεχωρίζει μόνο η αίσθηση του αλκοόλ. 

Κλειστό (κρασί): Ένα κρασί που δεν είναι όσο πρέπει εκφραστικό τόσο στη γεύση όσο και στο άρωμα, συνήθως επειδή είναι ακόμα νέο. Με την μετάγγιση σε μία καράφα και τον αερισμό του κρασιού επιδιώκουμε να "ανοίξει" περισσότερο και να γίνει πιο εκφραστικό.

Κόβει σαν ξυράφι: Έκφραση που χρησιμοποιείται κυρίως για κρασί με υψηλή αλλά ευχάριστη οξύτητα. Μια άλλη κοινή έκφραση είναι κόβει σαν λέιζερ

Κομψό (κρασί): Ένας χαρακτηρισμός κυρίως για τα κόκκινα κρασιά και σημαίνει ότι το κρασί είτε δεν είναι μεγάλο είτε δεν έχει τονισμένο κάποιο χαρακτηριστικό του, αλλά έχει ελαφρύ στιλ, ευγενικό και ισορροπημένο.

Λιπαρό (κρασί): Ένα κρασί με μια γλιστερή αίσθηση στον ουρανίσκο που προέρχεται από την υψηλή συγκέντρωση γλυκερίνης σε συνδυασμό με μέτρια οξύτητα.

Μαρμελάδα: Ένα κρασί με γεύση ή αρώματα υπερώριμων, σχεδόν επεξεργασμένων φρούτων (μαρμελάδας, κομπόστας, γλυκού του κουταλιού κλπ).

Μεταξένιο (κρασί): ένα κόκκινο κρασί με λιγότερο έντονες τανίνες που είναι πολύ εύκολο στο στόμα. Ένα τέτοοιο κρασί μπορεί να αποκαλείται και Βελούδινο.

Μονοδιάστατο (κρασί): Ένα κρασί που προβάλει ένα μόνο γευστικό προφίλ, που δεν παρουσιάζει καμία πολυπλοκότητα.

Μπρετ: Συντόμευση του "brettanomyce" (ένα είδος μύκητα) που δίνει μία παραλλαγή της οσμής "σταύλου". Τα κρασιά με Μπρετ μυρίζουν έντονα όπως ο ιδρώτας του αλόγου.

Οινολάσπες: Είναι ένας όρος της οινοποίησης που περιγράφει τα νεκρά σωματίδια ζύμης (νεκροί μύκητες) που βυθίζονται στον πυθμένα της δεξαμενής ή του βαρελιού μετά το τέλος της αλκοολικής ζύμωσης. Η ανάδευση των οινολασπών μέσα στη δεξαμενή ή στο βαρέλι βοηθάει το κρασί να γίνει πιο λιπαρό, με πιο κρεμώδη υφή.

Όξύτητα: Αφορά τα επίπεδα των οξέων τόσο στα κόκκινα όσο και στα λευκά κρασιά. Μερικές φορές ο όρος αυτός μπορεί να έχει μια αρνητική χροιά και να δείχνει είτε ένα κρασί ανώριμο είτε στυπτικό, χωρίς όμως οξύτητα το κρασί θα είναι πλαδαρό και αδόμητο. Τα οξέα αυτά είναι ο παράγοντας εξισορρόπησης της ζάχαρης και της φρουτώδους γεύσης. Η παρουσία των οξέων δείχνει και τη δυνατότητα παλαίωσης, διότι ένα κρασί χωρίς οξέα παλαιώνοντας ουσιαστικά χάνει την ισορροπία του.

Ορυκτότητα: Μυρωδιές και γεύσεις από βράχια, υγρές πέτρες, νερό των ωκεανών, και αλατούχων διαλυμάτων. Έχει να κάνει κυρίως με το πετρώδες και μεταλλικό χαρακτήρα των εδαφών.

Παχύ (κρασί): Ένα κρασί με υψηλή συμπύκνωση και υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ αλλά και χαμηλή οξύτητα. Ένα τέτοιο κρασί δεν είναι είναι θελκτικό και αν η οξύτητα είναι πολύ χαμηλή τότε το κρασί έχει πολύ σοβαρό πρόβλημα και καλείται πλαδαρό.

Πικάντικο (κρασί): Κρασί που δίνει την αίσθηση στη μύτη και τον ουρανίσκο ότι έχει νότες πιπεριού, μπαχαρικών, ή τζίντζερ.

Πράσινο (κρασί): Ένα κρασί που προέρχεται από ανώριμα (πράσινα) σταφύλια. Αυτού του είδους τα κρασιά στερούνται τον πλούτο και τον όγκο και έχουν έναν έντονα φυτικό χαρακτήρα.

Πτητική οξύτητα: Ένα υπερβολικό και ανεπιθύμητο ποσό οξύτητας, που μπορεί να γίνει αντιληπτή με τις αισθήσεις (όσφρηση, γεύση) και δίνει στο κρασί μία ελαφρώς οξινή ή ξυδάτη αιχμή. Σε πολύ χαμηλά επίπεδα, δεν είναι ανιχνεύσιμη, σε υψηλότερα όμως επίπεδα θεωρείται ένα σημαντικό ελάττωμα του κρασιού. 

Σκληρό (κρασί): Ένα κρασί με τραχιές, στυπτικές ταννίνες ή/και υψηλή οξύτητα. Ένα ιδιαίτερα σκληρό κρασί ονομάζεται δριμύ ή στρυφνό.

Στάβλος (οσμή) : Μυρωδιές που συνήθως θα έβρισκες σε ένα στάβλο, όπως κοπριάς, υγρών άχυρων, κυνηγιού, γούνας, δέρματος. Συνήθως προδίδουν κάποια προβλήματα του κρασιού. Κάποιοι θεωρούν ότι όταν δεν είναι έντονες μπορούν να προσδίδουν μία πολυπλοκότητα στο κρασί.

Σώμα:  Η αίσθηση της πληρότητας ενός κρασιού  στον ουρανίσκο. Ένα κρασί μπορεί να έχει ελαφρύ, μεσαίο, ή γεμάτο σώμα. Τα σωματώδη κρασιά τείνουν να έχουν μεγάλη συγκέντρωση σε αλκοόλ, συμπυκνωμένη γεύση, και γλυκερίνη.

Tαννίνες: Χημικές ουσίες που βρίσκονται κυρίως στα κόκκινα κρασιά λόγω της επαφής με το φλοιό και τα σπέρματα των σταφυλιών αλλά και λόγω της επαφής με το ξύλο βελανιδιάς του βαρελιού. Οι τανίνες ξηραίνουν το στόμα και τα ούλα με τη στυφάδα τους και δίνουν στο κρασί τον εξισορροπητικό γευστικό παράγοντα της πικράδας. Συνήθως μαλακώνουν με την πάροδο του χρόνου. Ορισμένες ποικιλίες σταφυλιών έχουν χαμηλότερο επίπεδο τανινών.

Τελείωμα: Έχει να κάνει με το χρόνο που μένει η γεύση του κρασιού στο στόμα μετά την καταποσή του. Εναλλακτικά χρησιμοποιείτε ο όρος επίγευση. Τα κρασιά με μακρά επίγευση λέμε ότι έχουν μεγάλο μήκος.

Τραγανό (κρασί): Ο όρος αυτός έχει να κάνει με την πυκνότητα και την υφή ενός κρασιού. Αν ένα κρασί είναι συμπυκνωμένο με παχύρρευστο υφή (συνήθως λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε γλυκερίνη), συνήθως καλείτε τραγανό.

Υδαρές (κρασί): ένα κρασί αποδυναμωμένο χωρίς προσωπικότητα. 

Φελλωμένο (κρασί): Ένα κρασί με ελάττωμα που οφείλεται στη χημική ουσία με την ονομασία TCA, η οποία βρίσκεται κυρίως στο φυσικό φελλό. Η ουσία αυτή καταστρέφει τα φυσικά αρώματα και τη γεύση του κρασιού και του δίνει μία μυρωδιά βρεγμένου χαρτονιού.  

Φρέσκο ή Νεαρό (κρασί): Ένα κρασί (λευκό ή κόκκινο) που είναι ζωντανό και αναζωογονητικό. Χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο κυρίως για τα πιο νεανικά κρασιά.

Φρουτώδες: Ένα κρασί με έντονη παρουσία των φρούτων τόσο στην μύτη, όσο και στο στόμα. Όταν αυτή η παρουσία των φρούτων είναι ιδιαίτερα έντονη τότε μιλάμε για κρασί που βγάζει τα Φρούτα εμπρός. Προσοχή το φρουτώδες σε ένα κρασί δεν έχει να κάνει με τη γλυκύτητα και τα ζάχαρα!

Χυμώδες (κρασί): Ένα κρασί με έντονη γεύση χυμού σταφυλιού συνδυασμένη με υψηλή οξύτητα.

Φυσικά ένας τέτοιος σύντομος οδηγός δεν μπορεί να είναι πλήρης αλλά μπορεί να βοηθήσει κάποιον νέο στο χώρο του κρασιού να καταλάβει λίγο πολύ την argot των οινοφίλων. Αν πάλι κάποιος βαριέται να διαβάζει όλα αυτά τα γλωσσάρια μπορεί απλά να ρίξει μία ματιά στο παρακάτω infographic από το winefolly.com.

Ένα "σκονάκι" για όσους βαριούνται το διάβασμα...


Σχόλια