Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Ανοιχτές Πόρτες 2015 Αμύνταιο - Σιάτιστα Mέρος Ι, Οινοποιείο Καρανίκα

Εκδηλώσεις όπως οι ανοιχτές πόρτες είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να επισκεφθεί κάποιος ένα οινοποιείο, να δει τις εγκαταστάσεις του, να μιλήσει με τους παραγωγούς για τη δουλειά τους, τη φιλοσοφία τους και φυσικά να δοκιμάσει τα κρασιά τους. Ακόμη και για κάποιον που έχει δοκιμάσει σχεδόν όλα τα κρασιά ενός παραγωγού, μία οριζόντια δοκιμή όλων των κρασιών του παραγωγού είναι μία πρόκληση διότι πάντα τον βοηθά στο να αποκτήσει μία πιο ολοκληρωμένη άποψη για το οινοποιείο. 
Έτσι λοιπόν φέτος με την παρέα του Συλλόγου Οινοφίλων Κατερίνης, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε την περιοχή του Αμύνταιου και της Σιάτιστας. Προφανώς σε μία μέρα δεν προλαβαίνει κανείς να επισκεφθεί όλα τα οινοποιεία της περιοχής. Επιλέξαμε λοιπόν να επισκεφθούμε τρία οινοποιεία, το Κτήμα Καρανίκα και το Κτήμα Άλφα στο Αμύνταιο και το οινοποιείο Διαμαντή στη Σιάτιστα. Η επιλογή αυτή, που εκ των υστέρων αποδείχθηκε πολύ καλή μιας που επισκεφθήκαμε τρία οινοποιεία με εντελώς διαφορετική φιλοσοφία, δεν ήταν τυχαία. Στο παρελθόν είχαμε δοκιμάσει κρασιά αυτών των παραγωγών και θέλαμε να τους δούμε από κοντά, να δούμε τις εγκαταστάσεις τους και εντέλει να διαμορφώσουμε μια σφαιρική άποψη για τη δουλειά τους.

Κτήμα Καρανίκα

Το πρώτο οινοποιείο που επισκεφθήκαμε ήταν το Κτήμα Καρανίκα, όπου μας υποδέχθηκαν ο ιδιοκτήτης Laurens, η σύζυγός του Annette και ο εξάχρονος γιος τους Joris. Στους αμύητους ίσως φανεί παράξενο που ο Laurens ένας Ολλανδός οινοποιεί στην Ελλάδα σε ένα boutique οινοποιείο με το όνομα Καρανίκας. Ο Laurens, Λαυρέντης πλέον για τους φίλους του, είναι Ελληνο-Ολλανδός στην καταγωγή με ρίζες από το Πήλιο. Τόσο ο ίδιος, όσο και η σύζυγός του Annette, γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ολλανδία, όπου εργάστηκαν για περίπου 15 χρόνια σε διάφορες διαχειριστικές θέσεις στον εκδοτικό τομέα, πριν αποφασίσουν να ακολουθήσουν το όνειρό τους: να γίνουν οινοπαραγωγοί. 
Μια αναπαράσταση του ισοβαρικού οινοποιείου. Αριστερά επάνω ο χώρος εισαγωγής του μούστου και οι οινοποιητές, στο κέντρο το κελάρι και δεξιά το σπίτι της οικογένειας. Αριστερά στο κάτω επίπεδο είναι οι χώροι παλαίωσης, το εμφιαλωτήριο και το συσκευαστήριο.
Σε μία μικρή αλλά περιεκτική συζήτηση που είχαμε μας εξήγησε πως τελικά έφτασαν στο Αμύνταιο για να παράγουν κρασί, κάτι που και οι ίδιοι δεν το είχαν στο μυαλό τους. Επί σειρά ετών εκπαιδεύτηκαν ως οινοποιοί, οινολόγοι και αμπελουργοί, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αρχικά έψαχναν να αγοράσουν κάποιο κτήμα στη Βόρειο-Κεντρική Ευρώπη, αλλά μία βόλτα πρώτα στη Νάουσα και μετά στο Αμύνταιο κι η γνωριμία τους με το Ξινόμαυρο ήταν αυτή που τους έδεσε με τον τόπο. Έτσι αγόρασαν κάποιους αμπελώνες με προ-φυλοξηρικά Ξινόμαυρα ενώ παράλληλα φύτεψαν κι άλλους με Ξινόμαυρα, Λημνιώνες, Ασύρτικα και Cabernet Sauvignon, έχτισαν το ισοβαρικό οινοποιείο τους και άρχισαν σιγά σιγά να παράγουν τα κρασιά τους.

Το αμπέλι μπροστά στο οινοποιείο Καρανίκα. Δεξιά τα Ξινόμαυρα, αριστερά οι Λημνιώνες και στο βάθος η λίμνη Βεγορίτιδα.
Η καλλιέργεια είναι βιολογική και ακολουθούνται και κάποιες βιοδυναμικές πρακτικές. Αρχικά η πρόθεση ήταν να παράγουν κόκκινα κρασιά "ψυχρού κλίματος", σαν αυτά που παράγονται στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, κομψά και φινετσάτα με έντονο φρούτο χωρίς έντονες τανίνες και χωρίς υψηλό αλκοόλ. Ένα όμως από τα μεγάλα ενδιαφέροντα του Λαυρέντη είναι οι αφρώδεις οίνοι. Ο ίδιος έχει εκπαιδευθεί στην Καμπανία, κι έτσι ένα από τα πρώτα προϊόντα που προσπάθησε να παράγει είναι οι αφρώδεις οίνοι στο στυλ της σαμπάνιας (methode traditionelle). Αυτή τη στιγμή παράγει τρεις αφρώδεις οίνους, ένα λευκό από Ξινόμαυρο (Brut Cuvée Spéciale), ένα ροζέ από ξινόμαυρο (Brut Rosé) και ένα λευκό blend Ασύρτικου - Ξινόμαυρου (Brut Cuvée Prestige). Από αυτούς δοκιμάσαμε τα Brut Cuvée Spéciale και  Brut Cuvée Prestige.  
Ο χαρακτηριστικός έντονος αφρισμός του Brut Cuvée Prestige.
To Cuvée Spéciale είχε έντονο αφρισμό με μικρές σε μέγεθος φυσαλίδες. Η μύτη, ιδιαίτερα φινετσάτη, φρουτώδης με νύξεις φρυγανισμένου ψωμιού. Φοβερή οξύτητα και τρομερά μεγάλη κι ευχάριστη επίγευση. Συνολικά ένας από τους καλύτερους Ελληνικούς αφρώδεις οίνους.
Το Cuvée Prestige είναι ένα blend 60% Ξινόμαυρο με 40% Ασύρτικο με χαρακτήρα παραπλήσιο με το Cuvée Spéciale. Εδώ ο αφρισμός είναι ελάχιστα πιο έντονος και το αρωματικό μπουκέτο ενισχύεται από αρώματα εσπεριδοειδών (φρούτων και ανθών). Η οξύτητα είναι λίγο πιο έντονη στο στόμα και στη γευστική παλέτα εμφανίζονται και πάλι τα εσπεριδοειδή μαζί με κάποιες νύξεις ορυκτότητας. Συνολικά ένα εξαιρετικό κρασί που προσωπικά το θεωρώ το καλύτερο Ελληνικό αφρώδες.
Το κελάρι όπου αναπαύονται οι Brut Rosé και οι  Cuvée Spéciale μέχρι την οριστική εμφιάλωση. Τότε τα υπολείμματα της δεύτερης ζύμωσης θα απομακρυνθούν και το προσωρινό πώμα θα αντικατασταθεί με το οριστικό.
Πέρα από τους αφρώδεις οίνους το κτήμα παράγει με την ετικέτα Terra Levea τρεις ερυθρούς οίνους και ένα λευκό. Οι ερυθροί οίνοι είναι βασισμένοι στο Ξινόμαυρο. Ο πρώτος είναι ένα blend Ξινόμαυρου με Cabernet Sauvignon, ένα ομολογουμένως δύσκολο πάντρεμα. Στην περίπτωση αυτή ο Λαυρέντης δούλεψε εντελώς αντισυμβατικά αφού στο Ξινόμαυρο έκανε ροζέ οινοποίηση και στο Cabernet κόκκινη. Στην συνέχεια έκανε ένα blend και τα παλαίωσε μαζί. Αποτέλεσμα ένα ιδιαίτερο κόκκινο κρασί που πίνεται δροσερό (12°-14°C), με ρουμπινί χρώμα, αρώματα μικρών κόκκινων φρούτων, μέτριο σώμα, πολύ καλή οξύτητα και μέτριας έντασης τανίνες. Το βαρέλι δύσκολα γίνεται αντιληπτό τόσο στη μύτη, όσο και στο στόμα. Θα μπορούσε να συνοδεύσει άνετα πιάτα λαδερών, λευκά κρέατα με σάλτσες τομάτας, πίτσες καθώς και ζυμαρικά με κόκκινες σάλτσες. Το ιδανικό κόκκινο κρασί για το καλοκαίρι!
Το ιδιόμορφο κυκλικό κελάρι με τα βαρέλια του κόκκινου κρασιού.
Το επόμενο κόκκινο κρασί είναι ένα blend Ξινόμαυρου με Λημνιώνα. Το χρώμα ήταν έντονα πορφυρό, πάλι με αρώματα κόκκινων φρούτων, αλλά αυτή τη φορά είχε ένα πιο γήινο/βοτανικό χαρακτήρα καθώς και νύξεις πικάντικων μπαχαρικών. Στο στόμα είναι και πάλι έκδηλη η οξύτητα με έντονο φρούτο, περισσότερες τανίνες αλλά και λίγο περισσότερο βαρέλι (χωρίς όμως να σκεπάζει το φρούτο). Η φινέτσα είναι κι πάλι το κύριο χαρακτηριστικό του κρασιού, όπως και σε όλα τα κρασιά του κτήματος.
Οι αφρώδεις οίνοι στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας, λίγο πριν την τελική εμφιάλωση.
Το τελευταίο κρασί που δοκιμάσαμε όμως ήταν μία μικρή αποκάλυψη. Ένα κρασί ελάχιστης παραγωγής, 100% Ξινόμαυρο, από παλαιούς αμπελώνες, ηλικίας από 60 έως 100 ετών. Από το συγκεκριμένο κρασί δοκιμάσαμε δύο σοδειές, αυτή του 2006 (η οποία δυστυχώς έχει εξαντληθεί) και αυτή του 2009. Στη σοδειά του 2009 το χρώμα ήταν βαθύ ρουμπινί, με χαρακτηριστικά αρώματα δαμάσκηνου, βατόμουρου, βύσσινου, αποξηραμένων φρούτων, μπαχαρικών, μαρμελάδας ντομάτας και δέρματος. Τα αρώματα ακολουθούν και στο στόμα όπου η συμπύκνωση είναι πολύ μεγάλη και τονίζεται παραπάνω ο μπαχαρένιος χαρακτήρας του κρασιού. Οι τανίνες ήταν παρούσες, αλλά όχι επιθετικές και σε συνδυασμό με την οξύτητα προδίδουν ένα κρασί που αντέχει στο χρόνο.  Η σοδειά του 2006 ήταν ακόμη καλύτερη πιο συμπυκνωμένη και πιο ώριμη με καλύτερα ενσωματωμένες τανίνες και πιο μακρά επίγευση.

Προσωπικά θεωρώ τον Λαυρέντη έναν πολύ τυχερό άνθρωπο. Κατάφερε να κάνει το χόμπι του επάγγελμα με πολύ επιτυχημένο τρόπο και έτσι παράγει μερικά από τα καλύτερα κρασιά που έχω δοκιμάσει το τελευταίο καιρό. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί με τη φιλοσοφία του, αλλά δύσκολα διαφωνεί με τη δουλειά του και τα κρασιά που παράγει. Ταυτόχρονα δείχνει αφοσιωμένος στην προοπτική να παραμείνει ιδιοκτήτης σε ένα boutique οινοποιείο. Ζει και εργάζεται μέσα στον αμπελώνα του και θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο όλης της διαδικασίας της οινοποίησης.

Το επόμενο μέρος του άρθρου έχουμε τη συνέχιση της περιήγησης στο οινοποιείο του Κτήματος Άλφα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου